SQLSTATE[42000] [1203] User dic already has more than 'max_user_connections' active connections ανθεκτικός 🎓²


ανθεκτικός

[антэктикос] εκ. выносливый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανθεκτικός" в других словарях:

  • ἀνθεκτικός — clinging to masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανθεκτικός — ή, ό (Α ἀνθεκτικός, ή, όν) [αντέχω] νεοελλ. 1. ο στερεός, αυτός που δεν υποχωρεί 2. μτφ. αυτός που αντέχει, δείχνει κουράγιο, θάρρος αρχ. αυτός που έχει την ιδιότητα ή την ικανότητα να συγκρατιέται γερά, να μένει προσκολλημένος σε κάτι ή κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • ανθεκτικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που έχει αντοχή, ο καρτερικός: Το ύφασμα αποδείχτηκε πολύ ανθεκτικό. – Ήταν ανθεκτικός στις πιέσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνθεκτικοί — ἀνθεκτικός clinging to masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθεκτικούς — ἀνθεκτικός clinging to masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθεκτική — ἀνθεκτικός clinging to fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γερός — ή, ό (AM γερός, ά, όν) (για κτήρια) στερεός μσν. νεοελλ. ακέραιος, ολάκαιρος νεοελλ. (για ανθρώπους) 1. υγιής 2. εύρωστος, ρωμαλέος, δυνατός 3. ικανός, έμπειρος σε κάτι («γερός μάστορας») 4. (για πράγματα) στερεός, ασφαλής, ανθεκτικός 5. (για… …   Dictionary of Greek

  • δαλματικός — Σκύλος ρωμαλέος, ανθεκτικός και ευκίνητος, κατάλληλος για φύλαξη. Το αρσενικό έχει ύψος 55 60 εκ. στο ακρώμιο και το θηλυκό 50 55 εκ. Το τρίχωμά του είναι καθαρό και λευκό, αλλά διάστικτο σε όλο το σώμα με πολυάριθμα στρογγυλά στίγματα, μαύρα ή… …   Dictionary of Greek

  • ξιφίας — (xiphias gladius). Τελεόστεο περκόμορφο ψάρι, μοναδικό είδος της οικογένειας των ξιφιδών. Το ψάρι αυτό, που μπορεί να ξεπεράσει σε μήκος τα 4 μ. και ζυγίζει κατά μέσο όρο 300 κιλά, ζει σε όλες τις εύκρατες και θερμές θάλασσες και τρέφεται με… …   Dictionary of Greek

  • άθραυστος — η, ο (Α ἄθραυστος, ον) 1. αυτός που δεν θραύστηκε, ατσάκιστος, άσπαστος, ακέραιος 2. αυτός που δεν θραύεται ή δεν μπορεί να θραυστεί, αδιάλυτος, ανθεκτικός, γερός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητικό + θραυστός < θραύω] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.